Skip to main content

Δήμητρα Μ. Πορτάλιου MD, PhD, FEBO

δακρύρροια

Η δακρύρροια αποτελεί ένα συχνό σύμπτωμα που χαρακτηρίζεται από υπερβολική συγκέντρωση δακρύων στην επιφάνεια του ματιού ή από τη συνεχή ροή τους προς το πρόσωπο. Μπορεί να εμφανίζεται περιστασιακά, για παράδειγμα μετά από έκθεση σε έντονο αέρα ή κάποιον παροδικό ερεθισμό, όταν όμως επιμένει, επαναλαμβάνεται ή αφορά κυρίως το ένα μάτι, χρειάζεται οφθαλμολογική διερεύνηση.

Η παρουσία πολλών δακρύων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα μάτια παράγουν υπερβολική ποσότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στη φυσιολογική αποχέτευση των δακρύων, η οποία εξαρτάται άμεσα από τη σωστή λειτουργία των βλεφάρων, των δακρυϊκών σημείων και ολόκληρης της δακρυϊκής συσκευής.

Ακριβώς για αυτό η διερεύνηση της επίμονης δακρύρροιας συνδέεται στενά με την Οφθαλμοπλαστική. Παθήσεις όπως η στένωση των δακρυϊκών σημείων, η απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου, το εκτρόπιο, η χαλάρωση των βλεφάρων ή η δακρυοκυστίτιδα μπορούν να επηρεάσουν τον φυσιολογικό μηχανισμό αποχέτευσης και να προκαλέσουν συνεχή συμπτώματα.

Η σωστή αντιμετώπιση, επομένως, δεν βασίζεται απλώς στην προσπάθεια να μειωθούν τα δάκρυα, αλλά στην αναγνώριση του μηχανισμού που προκαλεί το πρόβλημα.

Τι είναι η δακρύρροια;

Τα δάκρυα αποτελούν βασικό μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας του ματιού. Διατηρούν την οφθαλμική επιφάνεια ενυδατωμένη, συμβάλλουν στην καθαρότητα της όρασης και προστατεύουν τον κερατοειδή και τον επιπεφυκότα από εξωτερικούς ερεθισμούς.

Με κάθε βλεφαρισμό, η δακρυϊκή στιβάδα απλώνεται ομοιόμορφα στην επιφάνεια του οφθαλμού. Στη συνέχεια, τα δάκρυα κατευθύνονται προς την έσω γωνία των βλεφάρων και εισέρχονται στα μικρά ανοίγματα που ονομάζονται δακρυϊκά σημεία.

Από εκεί ακολουθούν μια συγκεκριμένη ανατομική διαδρομή:

  • περνούν μέσα από τα δακρυϊκά σωληνάρια,
  • καταλήγουν στον δακρυϊκό ασκό,
  • συνεχίζουν μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου,
  • και τελικά αποχετεύονται στη ρινική κοιλότητα.

Για να λειτουργήσει σωστά αυτό το σύστημα δεν αρκεί μόνο να είναι ανοιχτοί οι δακρυϊκοί πόροι. Απαραίτητη είναι και η φυσιολογική θέση και κίνηση των βλεφάρων, καθώς ο βλεφαρισμός συμβάλλει στον μηχανισμό άντλησης και προώθησης των δακρύων.

Όταν οποιοδήποτε σημείο αυτής της διαδικασίας διαταραχθεί, μπορεί να εμφανιστεί δακρύρροια.

Γιατί δακρύζουν συνέχεια τα μάτια;

Υπάρχουν δύο βασικοί μηχανισμοί που μπορούν να προκαλέσουν υπερβολικά δάκρυα.

Ο πρώτος είναι η αυξημένη παραγωγή δακρύων, συνήθως ως αντίδραση σε ερεθισμό της οφθαλμικής επιφάνειας.

Ο δεύτερος είναι η ανεπαρκής αποχέτευση, όταν δηλαδή τα δάκρυα παράγονται φυσιολογικά αλλά δεν μπορούν να ακολουθήσουν αποτελεσματικά τη φυσιολογική τους οδό προς τη μύτη.

Η διάκριση ανάμεσα στους δύο μηχανισμούς είναι καθοριστική, επειδή η θεραπεία είναι εντελώς διαφορετική.

Αυξημένη παραγωγή δακρύων

Όταν η επιφάνεια του ματιού ερεθίζεται, ενεργοποιείται ένας αντανακλαστικός μηχανισμός που οδηγεί στην παραγωγή περισσότερων δακρύων.

Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις όπως:

  • ξηροφθαλμία,
  • αλλεργική επιπεφυκίτιδα,
  • βλεφαρίτιδα,
  • παρουσία ξένου σώματος,
  • έκθεση σε καπνό ή έντονο αέρα,
  • ερεθισμός του κερατοειδούς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντιμετώπιση πρέπει να επικεντρωθεί στην αιτία που ερεθίζει την οφθαλμική επιφάνεια.

Δυσκολία στην αποχέτευση των δακρύων

Όταν το σύστημα παροχέτευσης δεν λειτουργεί σωστά, ακόμη και η φυσιολογική ποσότητα δακρύων μπορεί να υπερχειλίζει από τα βλέφαρα.

Η εικόνα αυτή εμφανίζεται συχνά όταν υπάρχει:

  • στένωση των δακρυϊκών σημείων,
  • απόφραξη των δακρυϊκών σωληναρίων,
  • απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου,
  • διαταραχή της θέσης του κάτω βλεφάρου,
  • χαλάρωση των βλεφάρων,
  • δυσλειτουργία του μηχανισμού άντλησης των δακρύων.

Αυτές οι αιτίες βρίσκονται στον πυρήνα της εξειδικευμένης αξιολόγησης της δακρυϊκής συσκευής.

Ποιες οφθαλμοπλαστικές παθήσεις μπορεί να προκαλέσουν δακρύρροια;

Όταν η δακρύρροια είναι επίμονη, ιδιαίτερη σημασία έχει η αξιολόγηση τόσο των δακρυϊκών οδών όσο και των βλεφάρων. Η ανατομία των δύο περιοχών είναι στενά συνδεδεμένη και μια μικρή μεταβολή στη θέση ή στη λειτουργία των βλεφάρων μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την παροχέτευση.

Στένωση των δακρυϊκών σημείων

Τα δακρυϊκά σημεία είναι τα πολύ μικρά ανοίγματα που βρίσκονται στην έσω πλευρά του άνω και κάτω βλεφάρου.

Όταν στενεύουν, τα δάκρυα δυσκολεύονται να εισέλθουν στο σύστημα αποχέτευσης. Έτσι συσσωρεύονται στην οφθαλμική επιφάνεια και μπορεί να κυλούν συνεχώς προς το πρόσωπο.

Η στένωση μπορεί να σχετίζεται με ηλικιακές μεταβολές, χρόνιες φλεγμονές, τραυματισμούς ή άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την περιοχή.

Η θεραπεία εξαρτάται από τον βαθμό της στένωσης και μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη που εφαρμόζεται σε μια απόφραξη που εντοπίζεται βαθύτερα στο δακρυϊκό σύστημα.

Απόφραξη των δακρυϊκών σωληναρίων

Αφού τα δάκρυα περάσουν από τα δακρυϊκά σημεία, κινούνται μέσα από λεπτά σωληνάρια.

Η απόφραξη ή η στένωση αυτών των σωληναρίων μπορεί επίσης να προκαλέσει επίμονη δακρύρροια. Για τον σχεδιασμό της θεραπείας είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί με ακρίβεια το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται η απόφραξη.

Γι’ αυτό δύο ασθενείς με το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση.

Απόφραξη ρινοδακρυϊκού πόρου

Η απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες επίμονης δακρύρροιας.

Ο ρινοδακρυϊκός πόρος αποτελεί το τελικό τμήμα της φυσιολογικής οδού μέσω της οποίας τα δάκρυα μεταφέρονται από τον δακρυϊκό ασκό προς τη μύτη.

Όταν υπάρχει στένωση ή πλήρης απόφραξη, τα δάκρυα δεν μπορούν να αποχετευτούν φυσιολογικά και συσσωρεύονται στην περιοχή.

Ο ασθενής μπορεί να παρατηρεί ότι το ένα μάτι δακρύζει σχεδόν συνεχώς, ακόμη και χωρίς εμφανή ερεθισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να υπάρχουν βλεννώδεις εκκρίσεις ή υποτροπιάζουσες λοιμώξεις.

Η απόφραξη δεν αντιμετωπίζεται απλώς με οφθαλμικές σταγόνες όταν το πρόβλημα είναι μηχανικό. Απαιτείται πρώτα ακριβής εντοπισμός της απόφραξης και στη συνέχεια επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Δακρυοκυστίτιδα και επίμονη δακρύρροια

Όταν τα δάκρυα παραμένουν για μεγάλο διάστημα μέσα στον δακρυϊκό ασκό εξαιτίας απόφραξης της φυσιολογικής τους αποχέτευσης, μπορεί να αναπτυχθεί δακρυοκυστίτιδα.

Πρόκειται για φλεγμονή ή λοίμωξη του δακρυϊκού ασκού.

Η οξεία μορφή μπορεί να προκαλέσει:

  • πόνο,
  • ερυθρότητα,
  • ευαισθησία,
  • έντονο οίδημα κοντά στην έσω γωνία του ματιού,
  • εκκρίσεις,
  • και σε ορισμένες περιπτώσεις πυρετό.

Η χρόνια μορφή μπορεί να εμφανίζει πιο ήπια συμπτώματα, όπως συνεχή δακρύρροια και επαναλαμβανόμενες εκκρίσεις.

Η παρουσία δακρυοκυστίτιδας χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση, καθώς δεν πρόκειται απλώς για αισθητική ενόχληση αλλά για πάθηση της δακρυϊκής συσκευής που μπορεί να απαιτήσει στοχευμένη θεραπεία.

Εκτρόπιο και χαλάρωση του κάτω βλεφάρου

Η σωστή θέση του κάτω βλεφάρου είναι καθοριστική για τη φυσιολογική αποχέτευση των δακρύων.

Στο εκτρόπιο, το κάτω βλέφαρο στρέφεται προς τα έξω και απομακρύνεται από την επιφάνεια του ματιού. Μαζί του μπορεί να μετακινηθεί και το δακρυϊκό σημείο, με αποτέλεσμα τα δάκρυα να μην εισέρχονται σωστά στο σύστημα αποχέτευσης.

Ο ασθενής μπορεί να παρουσιάζει συνεχή ροή δακρύων, ερεθισμό και ερυθρότητα.

Αντίστοιχη δυσλειτουργία μπορεί να προκληθεί και από σημαντική χαλάρωση του κάτω βλεφάρου, ακόμη και χωρίς εμφανές εκτρόπιο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αντιμετώπιση της δακρύρροιας προϋποθέτει την αποκατάσταση της σωστής θέσης και λειτουργίας του βλεφάρου.

Ο ρόλος του μηχανισμού άντλησης των δακρύων

Η αποχέτευση δεν πραγματοποιείται παθητικά. Η φυσιολογική κίνηση των βλεφάρων με κάθε βλεφαρισμό δημιουργεί έναν μηχανισμό που συμβάλλει στην προώθηση των δακρύων μέσα στη δακρυϊκή οδό.

Για τον λόγο αυτό, παθήσεις που επηρεάζουν την κινητικότητα ή τη θέση των βλεφάρων μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλήρης απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικές παραμέτρους της οφθαλμοπλαστικής αξιολόγησης: δεν εξετάζεται μόνο αν ο πόρος είναι ανοιχτός, αλλά και αν ολόκληρος ο μηχανισμός αποχέτευσης λειτουργεί αποτελεσματικά.

Μπορεί η ξηροφθαλμία να προκαλεί δακρύρροια;

Ναι, και αυτό συχνά προκαλεί σύγχυση στους ασθενείς.

Η ξηροφθαλμία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το μάτι δεν παράγει καθόλου δάκρυα. Μπορεί να υπάρχει διαταραχή στην ποιότητα ή στη σταθερότητα της δακρυϊκής στιβάδας.

Όταν η οφθαλμική επιφάνεια δεν προστατεύεται επαρκώς, δημιουργείται ερεθισμός. Το νευρικό σύστημα αντιδρά ενεργοποιώντας αντανακλαστικά τον δακρυϊκό αδένα και προκαλώντας απότομη αύξηση της παραγωγής δακρύων.

Τα δάκρυα αυτά μπορεί να είναι πολλά, αλλά να μην έχουν την κατάλληλη σύνθεση ώστε να αποκαταστήσουν τη φυσιολογική σταθερότητα της οφθαλμικής επιφάνειας.

Για αυτό μπορεί κάποιος να παρουσιάζει ταυτόχρονα:

ξηρότητα, κάψιμο, αίσθηση ξένου σώματος και υπερβολικά δάκρυα.

Η διαφοροποίηση από μια πραγματική απόφραξη της δακρυϊκής οδού είναι απαραίτητη, καθώς πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς.

Δακρύρροια στο ένα μάτι ή και στα δύο;

Η πληροφορία για το αν το σύμπτωμα εμφανίζεται στο ένα ή και στα δύο μάτια είναι ιδιαίτερα χρήσιμη κατά τη διερεύνηση.

Η αμφοτερόπλευρη δακρύρροια μπορεί συχνότερα να συνδέεται με προβλήματα της οφθαλμικής επιφάνειας, όπως ξηροφθαλμία ή αλλεργίες, χωρίς αυτό να αποτελεί απόλυτο κανόνα.

Αντίθετα, όταν ένα μάτι δακρύζει επίμονα περισσότερο από το άλλο, είναι σημαντικό να διερευνηθεί το ενδεχόμενο τοπικής ανατομικής ή αποφρακτικής αιτίας.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν το σύμπτωμα είναι νέο, σταθερό και μονόπλευρο ή όταν συνοδεύεται από εκκρίσεις, πόνο ή οίδημα.

Μπορεί η δακρύρροια να επηρεάσει την όραση;

Η συνεχής παρουσία υπερβολικής ποσότητας δακρύων στην επιφάνεια του ματιού μπορεί να δημιουργήσει προσωρινή διαταραχή της δακρυϊκής στιβάδας και να προκαλέσει διαλείπουσα θόλωση της όρασης.

Ο ασθενής μπορεί να αισθάνεται ότι χρειάζεται συνεχώς να σκουπίζει τα μάτια του ή να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα για να καθαρίσει την εικόνα.

Παράλληλα, η συνεχής ροή των δακρύων προς το πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει:

  • ερεθισμό του δέρματος γύρω από τα μάτια,
  • ερυθρότητα,
  • δυσφορία,
  • δυσκολία στην εφαρμογή προϊόντων ή μακιγιάζ,
  • λειτουργική ενόχληση στην καθημερινότητα.

Για αυτό η δακρύρροια δεν αποτελεί πάντα ένα απλό ή αμιγώς αισθητικό πρόβλημα.

Πώς γίνεται η διάγνωση της δακρύρροιας;

Η αποτελεσματική θεραπεία ξεκινά από τον εντοπισμό της πραγματικής αιτίας.

Η αξιολόγηση περιλαμβάνει αρχικά αναλυτικό ιστορικό. Εξετάζεται πότε ξεκίνησε το σύμπτωμα, εάν αφορά το ένα ή και τα δύο μάτια, αν είναι συνεχές ή περιστασιακό και αν συνοδεύεται από πόνο, εκκρίσεις, ερυθρότητα ή προβλήματα όρασης.

Έλεγχος της οφθαλμικής επιφάνειας

Η εξέταση της οφθαλμικής επιφάνειας βοηθά να διαπιστωθεί εάν υπάρχει ξηροφθαλμία, βλεφαρίτιδα, αλλεργική αντίδραση ή άλλη κατάσταση που προκαλεί αντανακλαστική παραγωγή δακρύων.

Εξέταση της θέσης των βλεφάρων

Αξιολογείται η ανατομία των άνω και κάτω βλεφάρων, η χαλάρωσή τους, η θέση των δακρυϊκών σημείων και η επαφή τους με τον οφθαλμό.

Αυτό το στάδιο έχει ιδιαίτερη σημασία στην οφθαλμοπλαστική εξέταση, καθώς μία δυσλειτουργία του βλεφάρου μπορεί να αποτελεί την πραγματική αιτία του προβλήματος.

Έλεγχος της δακρυϊκής αποχέτευσης

Όταν υπάρχει υποψία στένωσης ή απόφραξης, μπορεί να χρειαστεί έλεγχος της βατότητας των δακρυϊκών οδών.

Ανάλογα με το περιστατικό, η διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει εξέταση των δακρυϊκών σημείων, δοκιμασίες αποχέτευσης, καθετηριασμό ή έκπλυση των δακρυϊκών οδών.

Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί επιπλέον απεικονιστικός ή εξειδικευμένος έλεγχος.

Ο στόχος δεν είναι απλώς να επιβεβαιωθεί ότι «υπάρχει απόφραξη», αλλά να προσδιοριστεί πού ακριβώς βρίσκεται και ποιος μηχανισμός ευθύνεται για τη δακρύρροια.

Πώς αντιμετωπίζεται η δακρύρροια;

Η θεραπεία είναι πάντοτε αιτιολογική. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία κοινή αγωγή για όλους τους ασθενείς.

Όταν το πρόβλημα βρίσκεται στην οφθαλμική επιφάνεια

Σε περιπτώσεις ξηροφθαλμίας, αλλεργίας ή βλεφαρίτιδας, η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της υγείας της οφθαλμικής επιφάνειας.

Ανάλογα με τη διάγνωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν λιπαντικές σταγόνες, φροντίδα των βλεφάρων ή κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Όταν υπάρχει πρόβλημα στα δακρυϊκά σημεία

Η σημαντική στένωση των δακρυϊκών σημείων μπορεί να χρειαστεί ειδική αντιμετώπιση με στόχο τη βελτίωση της εισόδου των δακρύων στο αποχετευτικό σύστημα.

Η επιλογή εξαρτάται από τον βαθμό και τη θέση της στένωσης.

Όταν το πρόβλημα οφείλεται στα βλέφαρα

Σε περιπτώσεις εκτροπίου ή σημαντικής χαλάρωσης, η χειρουργική αποκατάσταση του βλεφάρου μπορεί να επαναφέρει τη σωστή θέση του δακρυϊκού σημείου και να βελτιώσει τη λειτουργία της δακρυϊκής αντλίας.

Η θεραπεία επομένως δεν στοχεύει αποκλειστικά στο σύμπτωμα, αλλά στη διόρθωση της ανατομικής αιτίας.

Πότε χρειάζεται ασκορινοστομία;

Όταν υπάρχει σημαντική απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου και τα δάκρυα δεν μπορούν να αποχετευτούν προς τη μύτη, μπορεί να χρειαστεί ασκορινοστομία.

Πρόκειται για χειρουργική επέμβαση κατά την οποία δημιουργείται μια νέα οδός μεταξύ του δακρυϊκού ασκού και της ρινικής κοιλότητας, ώστε να παρακαμφθεί το σημείο της απόφραξης.

Ο στόχος είναι να αποκατασταθεί η φυσιολογική παροχέτευση και να μειωθεί η επίμονη δακρύρροια.

Η απόφαση για την επέμβαση δεν λαμβάνεται μόνο με βάση το πόσο έντονα δακρύζει το μάτι. Απαιτείται προηγουμένως να επιβεβαιωθεί:

  • το επίπεδο της απόφραξης,
  • η λειτουργικότητα των υπόλοιπων τμημάτων της δακρυϊκής οδού,
  • η κατάσταση των βλεφάρων,
  • η παρουσία ή όχι χρόνιας φλεγμονής.

Έτσι επιλέγεται η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση για κάθε ασθενή.

Πότε χρειάζεται πιο άμεσος οφθαλμολογικός έλεγχος;

Η περιστασιακή αύξηση των δακρύων μετά από έντονο αέρα, κρύο ή προσωρινό ερεθισμό μπορεί να είναι φυσιολογική.

Όταν όμως η δακρύρροια επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα ή εμφανίζεται χωρίς εμφανή αιτία, δεν πρέπει να αγνοείται.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο έλεγχος όταν συνυπάρχουν:

  • πόνος,
  • έντονο οίδημα,
  • ερυθρότητα,
  • εκκρίσεις,
  • διόγκωση στην έσω γωνία του ματιού,
  • επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις,
  • θολή ή μειωμένη όραση,
  • αίμα στα δάκρυα,
  • επίμονη μονόπλευρη συμπτωματολογία.

Ο συνδυασμός πόνου, ερυθρότητας και οιδήματος στην περιοχή του δακρυϊκού ασκού μπορεί να υποδηλώνει ενεργή φλεγμονή και χρειάζεται έγκαιρη εκτίμηση.

Γιατί είναι σημαντική η οφθαλμοπλαστική αξιολόγηση;

Η δακρυϊκή συσκευή δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τα βλέφαρα. Αντίθετα, πρόκειται για ένα ανατομικό και λειτουργικό σύστημα στο οποίο η θέση των βλεφάρων, τα δακρυϊκά σημεία, τα σωληνάρια, ο δακρυϊκός ασκός και ο ρινοδακρυϊκός πόρος συνεργάζονται για τη φυσιολογική απομάκρυνση των δακρύων.

Για αυτό, σε μια εξειδικευμένη οφθαλμοπλαστική εξέταση δεν ελέγχεται απλώς αν «το μάτι δακρύζει».

Αξιολογείται:

πού παράγεται το πρόβλημα, εάν πρόκειται για υπερπαραγωγή ή ανεπαρκή αποχέτευση, εάν υπάρχει ανατομική μεταβολή των βλεφάρων και σε ποιο επίπεδο εντοπίζεται πιθανή απόφραξη της δακρυϊκής οδού.

Αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση είναι ιδιαίτερα σημαντική πριν από οποιαδήποτε χειρουργική θεραπεία.

Η δακρύρροια μπορεί να προκύψει από μία απλή και παροδική διαταραχή της οφθαλμικής επιφάνειας, αλλά μπορεί επίσης να αποτελεί ένδειξη δυσλειτουργίας των βλεφάρων ή απόφραξης της δακρυϊκής συσκευής.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην υπερπαραγωγή δακρύων και στη μειωμένη αποχέτευσή τους αποτελεί το βασικό βήμα για τη σωστή διάγνωση. Σε περιπτώσεις όπου το πρόβλημα σχετίζεται με τα δακρυϊκά σημεία, τον ρινοδακρυϊκό πόρο, τη θέση των βλεφάρων ή τον δακρυϊκό ασκό, η οφθαλμοπλαστική αξιολόγηση μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την ανατομική αιτία και να καθορίσει την κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση.

Η Δρ. Δήμητρα Πορτάλιου, Χειρουργός Οφθαλμίατρος – Οφθαλμοπλαστικός, διαθέτει εξειδίκευση στη χειρουργική της δακρυϊκής συσκευής και στην αντιμετώπιση παθήσεων των βλεφάρων. Μέσα από ολοκληρωμένη αξιολόγηση της οφθαλμικής επιφάνειας, της λειτουργίας των βλεφάρων και της βατότητας των δακρυϊκών οδών, μπορεί να προσδιοριστεί η αιτία της επίμονης δακρύρροιας και να επιλεγεί η κατάλληλη συντηρητική ή χειρουργική αντιμετώπιση για κάθε περιστατικό.

Συχνές ερωτήσεις για τη δακρύρροια

Γιατί δακρύζουν συνέχεια τα μάτια μου;

Η συνεχής δακρύρροια μπορεί να οφείλεται είτε σε αυξημένη παραγωγή δακρύων είτε σε δυσκολία της φυσιολογικής τους αποχέτευσης. Ξηροφθαλμία, αλλεργίες και ερεθισμός μπορεί να προκαλέσουν αντανακλαστική παραγωγή δακρύων, ενώ προβλήματα των βλεφάρων ή απόφραξη της δακρυϊκής οδού μπορεί να εμποδίζουν την αποχέτευσή τους.

Γιατί δακρύζει συνεχώς μόνο το ένα μάτι;

Η επίμονη μονόπλευρη δακρύρροια μπορεί να σχετίζεται με τοπικό ερεθισμό, μεταβολή της θέσης του βλεφάρου, στένωση των δακρυϊκών σημείων ή απόφραξη της δακρυϊκής οδού. Όταν το σύμπτωμα επιμένει, χρειάζεται εξέταση ώστε να εντοπιστεί η ακριβής αιτία.

Μπορεί η ξηροφθαλμία να προκαλεί πολλά δάκρυα;

Ναι. Όταν η οφθαλμική επιφάνεια είναι ξηρή ή η δακρυϊκή στιβάδα είναι ασταθής, το μάτι μπορεί να αντιδράσει παράγοντας αντανακλαστικά περισσότερα δάκρυα. Έτσι, ξηροφθαλμία και υπερβολικά δάκρυα μπορούν να συνυπάρχουν.

Πώς καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει απόφραξη του δακρυϊκού πόρου;

Η επίμονη ροή δακρύων, ιδιαίτερα από το ένα μάτι, οι επαναλαμβανόμενες εκκρίσεις ή οι φλεγμονές μπορεί να δημιουργήσουν υποψία απόφραξης. Η διάγνωση, όμως, γίνεται με ειδικό οφθαλμολογικό έλεγχο της δακρυϊκής οδού και της βατότητάς της.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

outofthecradle.net