Δήμητρα Μ. Πορτάλιου MD, PhD, FEBO

Οφθαλμοπλαστική Χειρουργική

(Πλαστική χειρουργική βλεφάρων, οφθαλμικού κόγχου και δακρυϊκής συσκευής)

Η οφθαλμοπλαστική και επανορθωτική χειρουργική αποτελεί εξειδικευμένο κλάδο της Οφθαλμολογίας που αφορά τη διάγνωση και αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων των βλεφάρων, του οφθαλμικού κόγχου και της δακρυϊκής συσκευής. Πιο συγκεκριμένα, αντιμετωπίζονται λειτουργικές και αισθητικές παθήσεις των βλεφάρων και της περιοφθάλμιας περιοχής, του οφθαλμικού κόγχου, της οστικής κοιλότητας δηλαδή μέσα στην οποία εντοπίζεται το μάτι, αλλά και της δακρυϊκής συσκευής, η οποία αποτελεί φυσιολογικό μηχανισμό του ανθρώπινου ματιού που απελευθερώνει τα δάκρυα. Αυτό το πεδίο συνδυάζει την ακρίβεια της οφθαλμικής χειρουργικής με την αισθητική πτυχή της πλαστικής χειρουργικής, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση ενός ευρέος φάσματος ζητημάτων και παθολογιών, από λειτουργικά προβλήματα που επηρεάζουν την όραση έως αισθητικές ανησυχίες που επηρεάζουν την εμφάνιση και την ψυχολογική ευεξία των ασθενών.

Το πεδίο της οφθαλμοπλαστικής χειρουργικής είναι ευρύ, καθώς αντιμετωπίζει παθήσεις όπως η βλεφαρόπτωση, οι διαταραχές της θέσης των βλεφάρων (εντρόπιο, εκτρόπιο), τυχόν όγκοι του βλεφάρου και του οφθαλμικού κόγχου, ή απόφραξη του δακρυϊκού πόρου. Άλλες παθήσεις που αντιμετωπίζονται είναι η θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια, τα οφθαλμικά κατάγματα αλλά και αισθητικά ζητήματα όπως ρυτίδες, σακούλες κάτω από τα μάτια και χαλάρωση του δέρματος. Ο τομέας αυτός περιλαμβάνει επίσης την επανορθωτική χειρουργική μετά από κάποιο τραύμα ή αφαίρεση όγκων, με στόχο την αποκατάσταση τόσο της λειτουργίας όσο και της εμφάνισης των βλεφάρων. Γενικότερα, το χειρουργικό αυτό πεδίο διευκολύνει την αποκατάσταση της λειτουργίας, την ενίσχυση της εμφάνισης και, κυρίως, τη διατήρηση και βελτίωση της όρασης.


Πλαστική χειρουργική βλεφάρων

Βλεφαρόπτωση

Η βλεφαρόπτωση χαρακτηρίζεται από τη μη φυσιολογική χαμηλή θέση του άνω βλεφάρου, η οποία μπορεί να είναι συγγενής ή επίκτητη. Η πάθηση οφείλεται σε δυσλειτουργία του ανελκτήρος μυός που είναι υπεύθυνος για την ανύψωση του βλεφάρου, η οποία μπορεί να προκύψει λόγω εκφυλιστικών ή συγγενών παραγόντων. Η κύρια αιτία της βλεφαρόπτωσης στους ενήλικες οφείλεται στην διάταση του τένοντα που ενώνει τον ανελκτήρα μυ με το βλέφαρο, προκαλούμενη συχνά από τη γήρανση, την παρατεταμένη χρήση φακών επαφής, επεμβάσεις καταρράκτη ή τραυματισμούς. Επιπλέον, η βλεφαρόπτωση μπορεί να εκδηλωθεί λόγω άλλων παθήσεων που επηρεάζουν τον μυ ή τη νευρική του λειτουργία, όπως νευρομυϊκές διαταραχές, ή ακόμα και λόγω όγκων στον οφθαλμικό κόγχο, αν και αυτό είναι πιο σπάνιο. Η πάθηση προκαλεί ελάττωση του οπτικού πεδίου, η έκταση της οποίας συχνά ποικίλλει. Η οφθαλμοπλαστική επέμβαση για την αντιμετώπιση της βλεφαρόπτωσης συνήθως περιλαμβάνει μια τομή στο άνω βλέφαρο για την τροποποίηση και σύσφιξη των μυών ή τενόντων που είναι υπεύθυνοι για την ανύψωση του βλεφάρου. Επίσης, η επέμβαση μπορεί να γίνει με εσωτερική τομή, αποφεύγοντας τις εξωτερικές ουλές. Ο πρωταρχικός στόχος είναι η βελτίωση του οπτικού πεδίου και η επίτευξη συμμετρίας των βλεφάρων. Η επιλογή της χειρουργικής τεχνικής εξαρτάται από την αιτία της βλεφαρόπτωσης, τη σοβαρότητά της και την κατάσταση του ανελκτήρα μυός.


Εντρόπιο

Το εντρόπιο αντιπροσωπεύει τη στροφή του χείλους του κάτω συνήθως βλεφάρου προς τα μέσα, αναγκάζει τις βλεφαρίδες και το δέρμα να τρίβονται στον κερατοειδή και τον επιπεφυκότα. Συχνά σχετίζεται με τη γήρανση λόγω χαλάρωσης των ιστών. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ερεθισμό, έντονη δακρύρροια, πυώδεις και βλεννώδεις εκκρίσεις, ευαισθησία στο φως και θολή όραση. Η πάθηση χρήζει στοχευμένης αντιμετώπισης, καθώς αν αφεθεί χωρίς θεραπεία ενέχει σοβαρούς κινδύνους για εμφάνιση οφθαλμικών μολύνσεων και δυνητικά σοβαρή βλάβη του κερατοειδούς σε βαθμό που να προκληθεί μόνιμο πρόβλημα στον οφθαλμό.

Για την αποκατάσταση του εντρόπιου, συχνά απαιτείται χειρουργική επέμβαση. Κατά τη διαδικασία, πραγματοποιείται βράχυνση του τένοντα του βλεφάρου μέσω μιας μικρής τομής στην εξωτερική πλευρά του ματιού, ενώ οι κατασπαστήρες του κάτω βλεφάρου επανασυνδέονται με μια οριζόντια τομή κάτω από τις βλεφαρίδες. Η εγχείρηση πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και δεν απαιτεί νοσηλεία. Η ανάρρωση είναι γενικά ταχύτατη, ενώ η επέμβαση επιτυγχάνει μόνιμη επίλυση του προβλήματος.


Εκτρόπιο

Το εκτρόπιο γίνεται αντιληπτό όταν το κάτω βλέφαρο γυρίζει προς τα έξω, ή κρέμεται σε απόσταση από το μάτι. Η βλεφαροπάθεια αυτή εκθέτει την εσωτερική επιφάνεια του βλεφάρου και συνήθως προκύπτει από χαλάρωση των ιστών λόγω γήρανσης, αλλά μπορεί επίσης να οφείλεται σε πάρεση του προσωπικού νεύρου, τραυματισμό, ουλές, προηγούμενη χειρουργική επέμβαση ή καρκίνο του δέρματος. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υπερβολική δακρύρροια, χρόνιο ερεθισμό, ερυθρότητα, πόνο και αίσθηση ξένου σώματος, με το ενδεχόμενο σοβαρών επιπλοκών στην όραση αν δεν αντιμετωπιστεί.

Συχνά η θεραπεία είναι χειρουργική, η οποία περιλαμβάνει τη βράχυνση του τένοντα του βλεφάρου και επανασύνδεση των κατασπαστήρων μέσω μικρής τομής, με πιθανή χρήση δερματικού μοσχεύματος. Η επέμβαση γίνεται με τοπική αναισθησία χωρίς ανάγκη νοσηλείας, με τους ασθενείς να αναρρώνουν γρήγορα και να παρατηρούν άμεση βελτίωση του προβλήματος.


Όγκοι βλεφάρων

Οι όγκοι των βλεφάρων, οι οποίοι είναι εξογκώματα ή οζίδια οζίδια στα βλέφαρα ή γύρω από αυτά, αναπτύσσονται συχνά λόγω γήρανσης, αλλά μπορεί επίσης να οφείλονται σε νευρική πάρεση, τραυματισμούς, ουλές, προηγούμενες επεμβάσεις ή καρκίνο. Η διαχείριση των όγκων των βλεφάρων, είτε καλοήθεις (όπως χαλάζια, θηλώματα ή κύστεις) είτε κακοήθεις (συμπεριλαμβανομένου του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, του ακανθοκυτταρικού καρκινώματος και του μελανώματος), απαιτεί προσεκτική εξέταση της φύσης, του μεγέθους και της θέσης της βλάβης. Οι όγκοι αυτοί συχνά είναι εξωτερικά ορατοί, προκαλώντας συμπτώματα όπως τοπικό οίδημα, απώλεια βλεφαρίδων, ερυθρότητα, ή ενόχληση. Ωστόσο, όγκοι που βρίσκονται εσωτερικά ή γύρω από την οφθαλμική κοιλότητα μπορεί να μην είναι εύκολα αντιληπτοί και να εκδηλώνουν διάφορα συμπτώματα όπως πόνος, οίδημα, θολή όραση, διπλωπία, ή αλλαγή στη θέση του οφθαλμού.

Η χειρουργική εκτομή με ιστοπαθολογική εξέταση είναι η καθιερωμένη θεραπεία. Στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η επιτυχής αφαίρεση του όγκου με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση της λειτουργικής και αισθητικής βλάβης. Συνήθως απαιτείται πλήρη εκτομή και ακολουθεί χειρουργική αποκατάσταση, με την τεχνική να επιλέγεται ανάλογα με την αιτία και το μέγεθος της βλάβης. Η όριο-ελεγχόμενη εκτομή υπό τοπική αναισθησία εξασφαλίζει την αφαίρεση του όγκου χωρίς υποτροπή, διατηρώντας υγιή ιστό. Επανορθωτικές τεχνικές, όπως άμεση σύγκλιση ή μοσχεύματα δέρματος, επιδιορθώνουν στη συνέχεια το έλλειμμα. Για ορισμένους καρκίνους, εφαρμόζονται ακτινοθεραπεία ή κρυοθεραπεία, ενώ σε περιπτώσεις όπως το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, μελετάται η πιθανότητα μεταστάσεων μέσω ογκολογικής εκτίμησης και βιοψίας τραχηλικών λεμφαδένων.


Βλεφαροπλαστική

Η βλεφαροπλαστική εκτελείται για την αφαίρεση της περίσσειας δέρματος, μυών και μερικές φορές λίπους από τα άνω ή κάτω βλέφαρα, αντιμετωπίζοντας αισθητικά προβλήματα που σχετίζονται με τη γήρανση ή κληρονομικούς παράγοντες που οδηγούν σε ένα κουρασμένο, διόλου νεανικό βλέμμα. Αυτή η επέμβαση μπορεί επίσης να βελτιώσει την περιφερική όραση σε ασθενείς των οποίων η χαλάρωση στα άνω βλέφαρα εμποδίζει την όρασή τους. Η προσεκτική προεγχειρητική αξιολόγηση και η ακριβής χειρουργική τεχνική είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος, διατηρώντας παράλληλα τη φυσική όψη και λειτουργία των βλεφάρων.


Πλαστική χειρουργική οφθαλμικού κόγχου

Θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια

Η μη φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να προκαλέσει θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε δυσάρεστα και ανησυχητικά συμπτώματα. Η θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια είναι μια αυτοάνοση πάθηση που σχετίζεται συχνότερα με τον υπερθυρεοειδισμό και τη νόσο του Graves. Πρόκειται για φλεγμονώδους αιτιολογίας πάθηση των οφθαλμικών και περιοφθαλμικών ιστών που συνδέεται με την ανώμαλη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα. Μπορεί να εμφανιστεί πριν ή μετά τη διάγνωση της θυρεοειδικής δυσλειτουργίας και ενίοτε ακόμα και χωρίς εμφανείς θυρεοειδικές ανωμαλίες. Οι ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα όπως ερεθισμό, δακρύρροια, ερυθρότητα, οίδημα βλεφάρων, διπλωπία, και μειωμένη όραση. Μάλιστα, παρουσιάζεται ο λεγόμενος θυρεοειδικός εξόφθαλμος, η εικόνα δηλαδή του διογκωμένου οφθαλμικού κόγχου. Η θεραπεία αρχικά είναι συντηρητική και στοχεύει στη ρύθμιση της θυρεοειδικής λειτουργίας, ωστόσο σε σοβαρές περιπτώσεις όπου εντοπίζεται εκτεταμένη πρόπτωση του βολβού κρίνεται αναγκαία η ακτινοθεραπεία ή και η χειρουργική αποσυμπίεση του κόγχου προκειμένου να αντιμετωπιστούν η φλεγμονή και τυχόν επιπλοκές.

Η χειρουργική αποσυμπίεση του κόγχου είναι ένα κρίσιμο βήμα στη θεραπεία σοβαρών περιπτώσεων θυρεοειδικής οφθαλμοπάθειας, ιδιαίτερα όταν η φαρμακευτική αγωγή αποτυγχάνει να ελέγξει την φλεγμονή ή σε περίπτωση που η όραση απειλείται σοβαρά. Αυτή η επέμβαση αποσκοπεί στην ανακούφιση της πίεσης στους οφθαλμικούς ιστούς, μειώνοντας τον εξόφθαλμο και βελτιώνοντας τα συμπτώματα όπως η ερυθρότητα και η ξηροφθαλμία. Η διαδικασία περιλαμβάνει την αφαίρεση οστού από τα τοιχώματα του κόγχου, αφαίρεση λίπους ή συνδυασμό και των δύο, προκειμένου να ανακουφιστεί η πίεση στο οπτικό νεύρο. Η διαδικασία πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και συνήθως επιτρέπει την ταχεία βελτίωση της όρασης και τη μείωση των συμπτωμάτων.


Τραύματα οφθαλμικού κόγχου

Τα τραύματα στον οφθαλμικό κόγχο διακρίνονται σε θλαστικά τραύματα και κατάγματα. Τα θλαστικά τραύματα στην περιοχή των βλεφάρων, είτε εντοπίζονται στην επιφάνεια είτε σε μεγαλύτερο βάθος, χρήζουν στοχευμένης αντιμετώπισης. Σκοπός είναι να ελαχιστοποιηθούν τυχόν ουλές και να επιτευχθεί το βέλτιστο δυνατό αισθητικό και λειτουργικό αποτέλεσμα. Τα κατάγματα του οφθαλμικού κόγχου από την άλλη πλευρά αφορούν θραύσεις των οστών γύρω από τον οφθαλμό, που προκαλούνται από έντονο τραυματισμό. Υπάρχουν διάφοροι τύποι, όπως το κάταγμα χείλους, το έμμεσο κάταγμα (blowout), και το άμεσο κάταγμα εδάφους, που προκαλούνται από διαφορετικές μορφές χτυπημάτων. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μελανιές, διπλωπία, ενόφθαλμο (βυθισμένο μάτι), ασυμμετρία του προσώπου, μούδιασμα, και πόνο. Η θεραπεία εξαρτάται από τη σοβαρότητα και μπορεί να περιλαμβάνει ψυχρά επιθέματα, αντιβιοτικά, ή χειρουργική επέμβαση για την ανάταξη των καταγμάτων.

Η χειρουργική θεραπεία είναι απαραίτητη για σοβαρές περιπτώσεις και περιλαμβάνει τη χρήση διαφόρων εμφυτευμάτων ή μοσχευμάτων για την ανάταξη των οστών και την ανακατασκευή των τοιχωμάτων του κόγχου. Σκοπός είναι σε κάθε περίπτωση η αποκατάσταση της αρχικής ανατομίας και η διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των ματιών. Οι σύγχρονες τεχνικές, συμπεριλαμβανομένων των ελάχιστα επεμβατικών προσεγγίσεων με ενδοσκοπική καθοδήγηση, επιτρέπουν την ακριβή τοποθέτηση των υλικών με ελάχιστες ουλές και ταχύτερου χρόνο αποκατάστασης. Ο στόχος είναι να επιτευχθεί όχι μόνο η αισθητική βελτίωση αλλά και η διατήρηση ή η αποκατάσταση της όρασης και της οφθαλμικής κινητικότητας.


Όγκοι οφθαλμικού κόγχου

Οι όγκοι του οφθαλμικού κόγχου, που μπορεί να είναι καλοήθεις ή κακοήθεις, διακρίνονται πρόσθετα σε διάφορους τύπους. Η αντιμετώπιση όγκων στον οφθαλμικό κόγχο ή τα βλέφαρα διαφέρει ανάλογα με τον τύπο τους. Γενικότερα, τα μορφώματα αυτά θέτουν σημαντικές προκλήσεις λόγω της δυνατότητάς τους να βλάψουν την όραση και να επηρεάσουν την αισθητική των οφθαλμών και του προσώπου.

Η οφθαλμοπλαστική χειρουργική για όγκους του οφθαλμικού κόγχου περιλαμβάνει σχολαστικό προεγχειρητικό σχεδιασμό για την πλήρη αφαίρεση του όγκου, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τη βλάβη στις γύρω δομές. Καλοήθεις όγκοι αντιμετωπίζονται με προσεκτική χειρουργική εκτομή για να διατηρηθεί η αισθητική και λειτουργικότητα, ενώ κακοήθεις απαιτούν πιο επεμβατική προσέγγιση, όπως ευρεία εκτομή. Σε περιπτώσεις σοβαρών κακοηθειών, μπορεί να καταστεί αναγκαία η εξεντέρωση του οφθαλμικού κόγχου. Κατά την εξεντέρωση, αφαιρείται χειρουργικά ο οφθαλμός και όλο το περιεχόμενο του οφθαλμικού κόγχου (οφθαλμοκινητικοί μύες, δακρυϊκός αδένας, οπτικό νεύρο). Ανάλογα με την έκταση της νόσου πραγματοποιείται και παράλληλη εκτομή τμήματος ή όλης της έκτασης των βλεφάρων, ενώ ακολουθεί αποκατάσταση με εξατομικευμένες προθέσεις για την ανάκτηση της αισθητικής εμφάνισης και λειτουργίας. Η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση εξαρτάται από την εκτίμηση της έκτασης της νόσου και της ανάγκης για αποκατάσταση.


Πλαστική χειρουργική δακρυϊκής συσκευής

Απόφραξη ρινοδακρυϊκού πόρου

Η απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου αντιπροσωπεύουν μια κοινή οφθαλμολογική πάθηση που μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ενόχληση, επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις και εξασθενημένη όραση λόγω της ανεπαρκούς παροχέτευσης των δακρύων. Ο ρινοδακρυϊκός πόρος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο σύστημα παροχέτευσης των δακρύων, διοχετεύοντας τα δάκρυα από τον δακρυϊκό ασκό στη ρινική κοιλότητα. Η απόφραξη αυτού του πόρου μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση γνωστή ως δακρυοκυστίτιδα, που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή και μερικές φορές μόλυνση του δακρυϊκού σάκου. Σε περιπτώσεις μερικής απόφραξης, η τοποθέτηση προσωρινών stents μπορεί να βοηθήσει, ενώ σε περιπτώσεις πλήρους απόφραξης, η χειρουργική επέμβαση ασκορινοστομίας είναι η προτιμώμενη μέθοδος θεραπείας.

Κατά τη διάρκεια της δακρυοασκορινοστομίας δημιουργείται μια νέα δίοδος για την παροχέτευση των δακρύων προς τη ρινική κοιλότητα, παρακάμπτοντας την περιοχή όπου υπάρχει η απόφραξη. Η συγκεκριμένη επέμβαση πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία με συνοδεία μέθης, εξασφαλίζοντας ότι ο ασθενής δεν θα αισθανθεί πόνο. Η διαδικασία διαρκεί περίπου 30 λεπτά και δεν απαιτεί νοσηλεία στην κλινική. Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα η επέμβαση να γίνει ενδοσκοπικά, δηλαδή μέσω της μύτης, αλλά σε αυτή την περίπτωση απαιτείται γενική αναισθησία. Λιγότερο συχνά, πλήρης απόφραξη μπορεί να εμφανιστεί στο επίπεδο του δακρυϊκού σωληναρίου, με την τοποθέτηση σωλήνα Lester Jones να αποτελεί την κατάλληλη θεραπεία. Επιπρόσθετα, η στένωση των δακρυϊκών σωληναρίων μπορεί να διορθωθεί μέσω μικρών επεμβάσεων όπως η δακρυοπλαστική.


Δακρυοκυστίτιδα

Η δακρυοκυστίτιδα αναφέρεται στη φλεγμονή ή λοίμωξη του δακρυϊκού ασκού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παροχέτευση των δακρύων από τον οφθαλμό προς την ρινική κοιλότητα. Τυπικά, η δακρυοκυστίτιδα προκύπτει λόγω απόφραξης του ρινοδακρυϊκού πόρου, η οποία αποτρέπει τα δάκρυα να περάσουν στη μύτη, ωθώντας τα ταυτόχρονα να συσσωρεύονται στον δακρυϊκό ασκό. Η παραμονή των δακρύων στο συγκεκριμένο σημείο για παρατεταμένο χρονικό διάστημα δημιουργεί ένα περιβάλλον πρόσφορο για την ανάπτυξη μικροβίων και την εμφάνιση λοίμωξης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ερυθρότητα, πόνο και οίδημα κοντά στην εσωτερική γωνία του ματιού. Πρόκειται για πάθηση η θεραπεία της οποίας δεν θα πρέπει να αμελείται ή να καθυστερείται, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές. Μάλιστα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μετά την πρώτη λοίμωξη θα ακολουθήσουν υποτροπές, με αποτέλεσμα η πάθηση να λάβει χρόνια μορφή.

Οι αιτίες της δακρυοκυστίτιδας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως οξείες, χρόνιες, επίκτητες ή εκ γενετής, με τις οξείες μορφές να είναι συνήθως λοιμώδεις και τις χρόνιες να οφείλονται σε διαρκή απόφραξη. Επίσης, επίκτητες αιτίες περιλαμβάνουν τραυματισμούς, ενδοσκοπικές επεμβάσεις, νεοπλασίες ή ορισμένα φάρμακα, ενώ οι εκ γενετής μορφές συνήθως προκύπτουν από απόφραξη στη βαλβίδα του Hasner. Η διάγνωση γίνεται κλινικά και η θεραπεία ποικίλλει ανάλογα με τη μορφή της νόσου. Στην οξεία μορφή, αρχικά χορηγείται αντιβιοτική αγωγή και μόλις η λοίμωξη υποχωρήσει έχει ένδειξη η χειρουργική αποκατάσταση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεραπεία για τη δακρυοκυστίτιδα είναι χειρουργική. Η προτιμώμενη χειρουργική τεχνική είναι η δακρυοασκορινοστομία, η οποία περιλαμβάνει τη δημιουργία μιας παρακάμψης για την ανακατεύθυνση των δακρύων από τα βλέφαρα προς τη μύτη μέσω εναλλακτικής οδού, αποφεύγοντας την περιοχή της φλεγμονής. Αυτή η επέμβαση, όταν εκτελείται από έναν έμπειρο χειρουργό οφθαλμίατρο, προσφέρει άκρως επιτυχημένα αποτελέσματα.


Ασκορινοστομία

Η ασκορινοστομία αποτελεί την κύρια θεραπευτική επέμβαση για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων όπως η επίμονη δακρύρροια, που προέρχεται από στένωση ή απόφραξη στο δακρυϊκό σύστημα παροχέτευσης των δακρύων, τον ρινοδακρυϊκό πόρο. Επιπλέον, η επέμβαση αυτή προσαρμόζεται για να διευκολύνει την ανακούφιση από αποφράξεις στο ανώτερο δακρυικό σύστημα (δακρυικά σωληνάκια).

Τα δακρυικά σωληνάκια, τοποθετημένα στην εσωτερική γωνία του ματιού, αποτελούν την αρχή της διαδικασίας αποχέτευσης των δακρύων που καταλήγουν στον δακρυικό ασκό και τελικά στη μύτη μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου. Η ασκορινοστομία δημιουργεί μια άμεση επικοινωνία μεταξύ του δακρυικού ασκού και της μύτης, παρακάμπτοντας οποιαδήποτε απόφραξη και επιτρέποντας την ελεύθερη ροή των δακρύων.

Συμπτώματα όπως υγρά μάτια, συνεχής δακρύρροια, θολή όραση, επαναλαμβανόμενες επιπεφυκίτιδες, φλεγμονή του δέρματος γύρω από τα μάτια, δακρυοκυστίτιδα, και δακρυικά αποστήματα αποτελούν ενδεικτικά συμπτώματα για την εκτέλεση της ασκορινοστομίας. Αυτή η επέμβαση ενδείκνυται όταν η δακρύρροια επηρεάζει την καθημερινότητα, όταν υπάρχουν συχνές επιπεφυκίτιδες ή όταν υπάρχει λοίμωξη στον δακρυικό ασκό. Υπάρχουν δύο προσπελάσεις για την επέμβαση: η εξωτερική, μέσω του δέρματος, και η ενδοσκοπική, μέσα από τη μύτη, με την επιλογή να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες ανάγκες και παθήσεις του ασθενούς. Η επιτυχία της επέμβασης ξεπερνά το 95%, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά την απόφραξη του ρινοδακρυϊκού πόρου, τη δακρύρροια και τη δακρυοκυστίτιδα.